Μετάβαση στο περιεχόμενο

sehen

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈzeːən/ και /zeːn/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: sehen

sehen (de)

  1. βλέπω
    παράδειγμα Wenn du dich nach links drehst, siehst du eine Türe.
         Αν γυρίσεις προς τα αριστερά, θα δεις μια πόρτα.
    παράδειγμα Etwas Abstraktes, wie zum Beispiel eine Idee, kann man nicht sehen.
         Κάτι αφηρημένο, όπως για παράδειγμα μια ιδέα, δεν μπορεί κανείς να το δει.
    παράδειγμα Ich sehe was, was du nicht siehst, und das ist gelb.
         Βλέπω κάτι που εσύ δεν βλέπεις, και είναι κίτρινο.
          παιδικό παιχνίδι
  2. αναγνωρίζω, διαπιστώνομαι
    παράδειγμα Bei der Analyse der Texte sieht man, dass es zwei unterschiedliche Meinungen gab.
         Από την ανάλυση των κειμένων διαπιστώνεται ότι υπήρχαν δύο διαφορετικές απόψεις.

Σύνθετα

[επεξεργασία]
sehen
Morty Proxy This is a proxified and sanitized view of the page, visit original site.