αμφιφοβία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αμφιφοβία θηλυκό
- (ψυχολογία) άλλη μορφή του αμφιφυλοφοβία
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αμφιφοβικά
- αμφιφοβικός
- → δείτε τις λέξεις αμφί και φόβος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
αμφιφοβία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αμφιφοβία
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αμφι- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -φοβία (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ψυχολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)