P
Εμφάνιση
Διεθνείς όροι (uni)
[επεξεργασία]| P | ||
| P | decimal | |
| P | Unicode (U+0050) | |
| ← O | LATIN CAPITAL LETTER P ελληνικό ρο P κυριλλικό ρο Р |
Q → |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- P < το κεφαλαίο P του λατινικού αλφαβήτου.
- (για το αμινοξύ) < (λόγιο δάνειο) αγγλική proline
- (για τη φυσική, «πίεση») < (λόγιο δάνειο) λατινική pressusΠρότυπο:χρειάζεται τκμηρίωση
- (για τη φυσική, «δύναμη») < → λείπει η ετυμολογία
- (για το φώσφορο) < (λόγιο δάνειο) αγγλική phosphorus
Σύμβολο
[επεξεργασία]P
- (βιοχημεία) σύμβολο του αμινοξέος προλίνη. Συντομογραφείται και ως Pro
- (μονάδα μέτρησης) σύμβολο του προθήματος μονάδας peta-.
- (φυσική)
- (χημεία) το διεθνές σύμβολο του φωσφόρου
Αζεριανά (az)
[επεξεργασία]
Σύμβολο
[επεξεργασία]P
- (γράμμα) του αζεριανού αλφάβητου
- γράμμα του αζεριανού κυριλλικού αλφάβητου
| Αζεριανό αλφάβητο | ||||
|---|---|---|---|---|
| Αραβικό | Λατινικό | Κυριλικό | Λατινικό | IPA |
| —1918 | 1918—-1939 | 1958—-1991 | 1991— | |
| پ | P p | П п | P p | |
| ﺭ | R r | P p | R r |
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα αγγλικά (διεθνείς όροι)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (διεθνείς όροι)
- Λόγια δάνεια από τα λατινικά (διεθνείς όροι)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (διεθνείς όροι)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Διεθνείς όροι
- Σύμβολα (διεθνείς όροι)
- Βιοχημεία (διεθνείς όροι)
- Μονάδες μέτρησης (διεθνείς όροι)
- Φυσική (διεθνείς όροι)
- Χημικά σύμβολα (διεθνείς όροι)
- Αζεριανή γλώσσα
- Σύμβολα (αζεριανά)
- Γράμματα (αζεριανά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αζεριανά)
- Σύμβολα των αμινοξέων
- Αζεριανό κυριλλικό αλφάβητο
- Αζεριανό αλφάβητο